Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Ιστορίες πάνω σε τοίχους...

  Ένα παγωμένο πρωινό ο Χανς κατηφόριζε τον δρόμο από το σπίτι του, σ' ένα μικρό χωριό στα νότια της Γερμανίας, φορτωμένος το σακίδιό του και προορισμό το στρατόπεδο όπου θα συναντούσε τους υπόλοιπους στρατιώτες και να ξεκινήσουν το μακρινό τους ταξίδι προς το άγνωστο. Ήταν λίγο πριν τα μέσα του προηγούμενου αιώνα και μόλις είχε γίνει η αρχή του πιο καταστροφικού πολέμου των νεότερων χρόνων της ιστορία του κόσμου...του Β'παγκοσμίου πολέμου. Κανείς ωστόσο,τότε, δεν είχε φανταστεί τις διαστάσεις που θα 'παιρνε. Τα συναισθήματά του κοντράρονταν, αγωνία, φόβος από τη μία, έξαψη και απίστευτη ενέργεια που αντλούνταν απ'όσα είχε ακούσει και διδαχθεί στις ναζιστικές νεολαίες, από την άλλη. Που πήγαινε; Θα γυρνούσε ποτέ πίσω; Για ποιο λόγο θα πολεμούσε; Το μυαλό του μπλεγμένο και η καρδιά του φοβισμένη.
   Στο σακίδιό του προσπάθησε να βάλει όσα θεωρούσε απαραίτητα. Ανάμεσα στις χοντρές κάλτσες και τα σουγιαδάκια του, έχωσε μερικά σωληνάρια χρώματα ζωγραφικής και δυο πινέλα που του είχε αγοράσει ο πατέρας του στα περσινά γενέθλιά του. Αν τον έβλεπε κανείς θα τον περνούσε για τρελό. Κάθε γραμμάριο που κουβαλά στις πλάτες του ο φαντάρος είναι πολύτιμο... εκείνος προτίμησε τα σύνεργα της ζωγραφικής, παρά οτιδήποτε άλλο. Γιατί ο Χανς ήταν ένας ''πραγματικός'' καλλιτέχνης... όχι δεν ήταν επαγγελματίας, ήταν εξάλλου πολύ νεαρός, όμως τη ζωγραφική την αγαπούσε από μικρό παιδί. Δεν μπορούσε να σκεφτεί πως θα περνούσαν μήνες χωρίς να πιάσει πινέλο στα χέρια του! 
  Ο Χανς περιπλανήθηκε σε διάφορα μέρη στη διάρκεια του πολέμου, κινδύνεψε, πείνασε, λύγισε, φοβήθηκε, σκότωσε αρκετές φορές... τίποτα απ'όσα είχε ακούσει δεν έφταναν σε τραγικότητα την πραγματικότητα που ζούσε. Την Άνοιξη του '42 βρέθηκε σ'ένα μικρό χωριό στην Κρήτη. Ο πόλεμος μαινόταν σ'όλο το νησί. Τα σωληνάρια με τα χρώματα στο βάθος του σακιδίου του, είχαν μείνει ξεχασμένα...''Τι αφελής που ήμουν''... σκεφτόταν ο Χανς...''Πως φαντάστηκα πως θα μπορούσα να ζωγραφίσω μέσα σ'αυτήν την κόλαση!!!". Η έκπληξή του ήταν μεγάλη όταν ένα πρωί τον κάλεσαν στη λέσχη αξιωματικών (κάποιοι είχαν δει τα πινέλα του και είχαν διαδώσει, περιπαιχτικά περισσότερο, την αποκοτιά του) και του ανέθεσαν να ζωγραφίσει μερικές τοιχογραφίες που να θυμίζουν την πατρίδα τους.

Η τότε λέσχη αξιωματικών, νυν καφενείο, στο Γαβαλοχώρι

  Η χαρά του ήταν απερίγραπτη... Πήρε τα σύνεργά του και ξεκίνησε γεμάτος ενθουσιασμό! Το καφενείο του χωριού, που είχε επιταχθεί και μεταμορφωθεί σε λέσχη αξιωματικών, στολίστηκε με δύο μεγάλες υπέροχες ζωγραφιές (όσο επέτρεπαν τα μέσα που διέθετε) που άφησαν ιδιαίτερα ικανοποιημένους τους Γερμανούς ανωτέρους του!
  Ο Χανς έγινε αμέσως το αγαπημένο παιδί της μονάδας του... οι υπόλοιποι φαντάροι σταμάτησαν να τον περιγελούν.

Η πρώτη τοιχογραφία 70 χρόνια μετά!
Διαστάσεις:1.67x1.06. Κορνίζα από καλάμι.

  Κάπως έτσι θα μπορούσε να είναι η ιστορία του ζωγράφου-στρατιώτη που φιλοτέχνησε τις δυο τοιχογραφίες που κοσμούν το καφενείο στο Γαβαλοχώρι Χανίων.

Η δεύτερη τοιχογραφία  σήμερα.
Διαστάσεις:1.60x1.46. Κορνίζα από καλάμι.

  Αυτή όμως είναι η δική μου εκδοχή... Έτσι φαντάστηκα τον νεαρό ζωγράφο, μόλις είδα τα έργα του. Το σίγουρο είναι πως φτιάχτηκαν το 1942 από Γερμανό φαντάρο αλλά κανείς δεν γνωρίζει τίποτε περισσότερο γι'αυτόν πριν, αλλά και για την τύχη του  μετά τον πόλεμο. Σίγουρο επίσης είναι πως αυτές οι τοιχογραφίες μας λένε ιστορίες πολύτιμες και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να χαθούν. 
 Δυστυχώς η φθορά με το πέρασμα των χρόνων αλλά και η ανθρώπινη άγνοια και απερισκεψία αλλά και ανοησία μερικές φορές, κόντεψε να τις εξαφανίσει.

Λεπτομέρειες της πρώτης τοιχογραφίες με εμφανή
τα σημάδια του χρόνου και της ανθρώπινης παρέμβασης

  Ο σημερινός ιδιοκτήτης του καφενείου, είχε την ευαισθησία να ενδιαφερθεί να τις σώσει.  Η αλήθεια  είναι πως ενώ τα τελευταία χρόνια κάθε καλοκαίρι βρίσκομαι σ'αυτό το χωριό, δεν ήξερα για την ύπαρξή τους... κι όχι μόνο εγώ αλλά και πολλοί που ζουν εκεί ή είναι η καταγωγή τους. Μου ζητήθηκε, λοιπόν, να προσπαθήσω να τις αναπαλαιώσω-αποκαταστήσω.

Εκτός από τις φυσικές φθορές, χρώματα από άλλες εργασίες,
ακόμα και τσιμέντα επάνω στα έργα.
Εδώ λεπτομέρειες από την δεύτερη τοιχογραφία  

  Δεν είμαι ειδική σ'αυτό και σκέφτηκα να μη το κάνω στην αρχή... όμως ήξερα πως αν δεν το έκανα θα ήταν πολύ δύσκολο να βρεθεί κάποιος άλλος (δεν εννοώ σε ικανότητα φυσικά, αλλά ποιος θα ενδιαφερόταν και ποιος θα αναλάμβανε το κόστος να φέρει κάποιον συντηρητή;) να το κάνει. 
  Κι επειδή κι εγώ, σαν άλλος Χανς, κουβαλάω πάντα μαζί μου τα ''σύνεργα'' αποφάσισα να το επιχειρήσω εδώ και τώρα. Στις 16 Αυγούστου νωρίς το πρωί βρέθηκα με τα χρώματα και τα πινέλα μου απλωμένα να κοιτώ τις ζωγραφιές, χωρίς να ξέρω από που να ξεκινήσω.


Η πρώτη τοιχογραφία φτιαγμένη κατά το ήμισυ από δεξιά προς τα αριστερά.

  Σε κάθε άγγιγμα τριβόταν το παλιό χρώμα και χανόταν! Να ομολογήσω πως τις πρώτες ώρες η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και τα χέρια μου έτρεμαν από φόβο μήπως αντί να σώσω...καταστρέψω. Σκοπός μου ήταν να αποκαταστήσω τα χρώματα και τα σχέδια, χωρίς να αλλοιώσω την παλιά εικόνα, να κρατήσω τους χρωματισμούς, τους μουντούς λόγω του χρόνου και ταυτόχρονα να ''μαντέψω'' ό,τι δεν φαινόταν πια. 
  Η δυσκολία να φτιάξεις στην παλέτα ίδιους χρωματισμού, μεγάλη! Ιδιαίτερα όταν το χρώμα που ψάχνεις δεν είναι μόνο χρωστικές αλλά έχει ανακατευθεί με σκόνη χρόνων, κάπνα και ό,τι άλλο, μέσα σ' ένα χώρο που γεμίζει καθημερινά με κόσμο.
   Όταν έβαλα τις πρώτες πινελιές κι άρχισε να φαίνεται πως κάτι γίνεται, αναθάρρησα...


Η δεύτερη τοιχογραφία στη διάρκεια της εργασίας, ξεκινώντας από κάτω προς τα πάνω.

  Δούλευα μόνη μου και με ησυχία καθώς το συγκεκριμένο καφενείο (έχουμε κι άλλο!) δεν ανοίγει τα πρωινά. Αυτό με βοήθησε αρκετά, από την άλλη ένα δεύτερο μάτι, μια γνώμη βρε αδερφέ, την θες όταν επιχειρείς κάτι καινούριο.


Οι δύο τοιχογραφίες στην τελική τους μορφή μετά τις παρεμβάσεις μου.






  Σ'αυτά τα μοναχικά πρωινά μου συντροφιά μου έκαναν αγαπημένες φωνές στο τηλέφωνο, μηνύματα συμπαράστασης και συμβουλών (γιατί κάποιους τους ενημέρωνα...φωτογραφικά...) στο κινητό, καθώς και το  εκπαιδευμένο πια μάτι αυτού που με οδήγησε σ'αυτό το χωριό και μ'έκανε να το αγαπώ και να το νιώθω κι εγώ τώρα πια ,χωριό μου.

  Το Γαβαλοχώρι (όνομα που προέρχεται από Βυζαντινή οικογένεια, τους Γαβαλάδες), βρίσκεται στην επαρχεία Αποκορώνου Χανίων. Η θέση του, η αρχιτεκτονική αλλά και η ιστορία του, το κάνουν ένα από τα πιο όμορφα χωριά του Αποκόρωνα αλλά κι όλου του νομού.



  Η πέτρα (μια πέτρα ωχροκίτρινη που συναντάμε στην περιοχή των Χανίων) και το ξύλο μονοπωλούν την αρχιτεκτονική του χωριού. Ευτυχώς, τόσο οι κάτοικοι, όσο και πολλοί ξένοι (αρκετά πολλοί, τόσοι που σχεδόν αποτελούν τους μισούς κατοίκους) που έχουν αγοράσει σπίτια και τα έχουν αναπαλαιώσει, έχουν κατά πολύ σεβαστεί την παράδοση του χωριού στο μεγαλύτερο ποσοστό τους.








  Από τα πιο πράσινα της βόρειας Κρήτης, απλωμένο στην πλαγιά του βουνού, ανάμεσα σ'ελιές, βελανιδιές,χαρουπιές, καρυδιές, συκιές και φραγκοσυκιές, απίστευτα φορτωμένες τώρα τον Αύγουστο! Χόρτα και βότανα μοναδικής ποικιλίας να ξεφυτρώνουν παντού...ευλογημένη γη όλη η Κρήτη!






  Μια μικρή παρουσίαση του χωριού μπορείτε να δείτε εδώ . Η ιστορία του πλούσια, με μάχες και ήρωες σε κάθε στροφή, σε κάθε σοκάκι μια επιγραφή με ονόματα πεσόντων.




  Στο χωριό υπάρχει και το πρώτο λαογραφικό μουσείο του νομού Χανίων, αρκετά αξιόλογο, που μπορείτε να δείτε εδώ. Παράδοση του τόπου το ''κοπανέλι''. Οι γυναίκες τους χωριού φημίζονται για την ξεχωριστή αυτή τεχνική πλεξίματος, εδώ και πολλά χρόνια.



   Φέτος έμαθα επίσης, λόγω κάποιας εκδήλωσης, πως είναι και κατά το ήμισυ, πατρίδα του πρόσφατα αδικοχαμένου μεγάλου μας σκηνοθέτη, Θεόδωρου Αγγελόπουλου από την μητέρα του. 
   Πολλά θα μπορούσα ακόμη να σας πω αλλά φοβάμαι πως θα σας κουράσω με μια τόσο μακροσκελή ανάρτηση. Σιγά σιγά θα σας τα πω όλα!!! Θα κλείσω εδώ με τις ευχές μου για ένα όμορφο φθινόπωρο (δεν το βλέπω αλλά έρχεται...) και να σας ευχαριστήσω για τις ευχές σας και τα μηνύματά σας που μου στείλατε αυτό το διάστημα.
   Καλώς σας βρίσκω και πάλι...μου λείψατε!!!